Δευτέρα, 28 Ιουνίου 2010

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΚΟΠΙΑΣ ΦΛΩΡΙΝΑΣ

Η Νεβολιάνη ακολουθεί, σε γενικές γραμμές, την ιστορική πορεία της Φλώρινας. Αυτό μπορεί να αποδοθεί, με μεγάλη μάλιστα ευκολία, στη μικρή απόσταση που υφίσταται μεταξύ του. Συνεπώς, αν το 1383 υπήρχε η Νεβολιάνη, τότε καταλήφθηκε από τους Τούρκους του Γαζή Εβρενός. Από εκείνη τη χρονολογία και ως το 1762, όπως προηγούμενα αναφέρθηκε, δεν υπάρχει καμιά παράδοση ούτε κάποιο γραπτό μνημείο. O Εβλιγιά Τσελεμπή περιγράφει τη Φλώρινα, χωρίς όμως να αναφέρει και κάποιο κοντινό στη Φλώρινα χωριό.  Το καλοκαίρι του 1804 η Πύλη έδωσε στον Αλή πασά των Ιωαννίνων την εντολή της αποκατάστασης της τάξης στη Μακεδονία και στη Θράκη: «Εν τω φιρμανίω δε του διορισμού του διετάσσοντο πάντες οι τοπάρχαι της Ηπείρου, Θεσσαλίας και Μακεδονίας και οι Αγιάννιδες να παράσχωσιν αυτώ πάσαν συνδρομήν. Ούτως εφοδιασμένος ο Αλής διέβη την Πίνδον αγών πεντακισχιλίους περίπου Αλβανούς περί τα τέλη του θέρους του 1804 μέχρις δε φθάση εις Μπιτώλια (Μοναστήρι), ο στρατός αυτού καθίστατο πολυπληθέστερος και πανταχού
όθεν διήρχετο, επέβαλλε βαρείας χρηματικός και αλλάς εισφοράς υπό το πρόσχημα μεν της συμβολής εις την επιχείρησην, πράγματι δε επ' αργυρολογίας». Εξουσιαστής της περιοχής είναι πλέον ο Αλή πασάς. «Υπήρξε τω όντι εποχή, καθ' ανήλθεν εις το κατακόρυφον της εαυτού υπεροχής και δυνάμεως. Διότι εν έτει 1812 το κράτος αυτού περιελάμβανε την Πελοπόννησον, ολόκληρού την Στερεάν Ελλάδαν, μέγα μέρος της Εύβοιας, ολόκληρον την Θεσσαλίαν μέχρι της Κατερίνης, προς δε και τινά της δυτικής Μακεδονίας διαμέρισμα τα............»
O Πουκεβίλ την άνοιξη του 1806, Γάλλος πρόξενος στα Ιωάννινα, επισκέφτηκε τη Δυτική Μακεδονία. Ακολουθώντας πορεία από το Βίτσι προς τη Φλώρινα έφθασε στο χωριό Μαχαλάς (σήμερα Τροπαιούχος), δύο χιλιόμετρα νότια της Νεβολιάνης. Δεν τον επιτράπηκε όμως να συνεχίσει εξ αιτίας μιας επιδημικής ασθένειας, η οποία πίστευαν πως ήταν
πανούκλα. Στη λαϊκή παράδοση της Νεβολιάνης αναφέρονται δυο περιπτώσεις επιδημιών. Για τη δεύτερη Θα αναφερθούμε στη συνέχεια. H πρώτη πρέπει να είναι η αναφερόμενη από τον Πουκεβίλ. Σύμφωνα με μια παράδοση ο Αλή πασάς, ηγεμόνας της περιοχής όπως είδαμε παραπάνω, κάλεσε τους κοτζαμπάσηδες, στη δεκαετία τον 1810-1820, στα
Γιάννενα. Από τη Νεβολιάνη πήγε ένας οξύνους και διπλωμάτης, ο Τόπαλ Νικόλας. H μετάφραση στα ελληνικά «Τόπαλ Νικόλας» σημαίνει κουτσός Νικόλας και ο οποίος έμεινε κουτσός εξ αιτίας μιας αρρώστιας που τον βρήκε. Πιθανόν να είχε προσβληθεί από την ασθένεια που αναφέρει ο Πουκεβίλ. H παραπάνω παράδοση επιβεβαιώνεται από παρόμοιες παραδόσεις άλλων χωριών. Αυτό το οποίο ζήτησε ο Τόπαλ Νικόλας ήταν να μη γίνει χάσι, όπως τα γύρω χωριά (Τροπαιούχος, Πέρασμα κ.λ.π.).
O Παπαυαστάσης είχε καταγωγή από το Κονοπλάτη της Κορυτσάς και γεννήθηκε στη Σκοπιά το έτος 1821. Οι γεροντότεροι λένε πως στη Σκοπιά είχαν εγκατασταθεί νέοι κάτοικοι την περίοδο 1800- 1820 εξ αιτίας των Αλβανών τον Αλή πασά, οι οποίοι παρέμειναν στην περιοχή μετά τη λήξη της εκστρατείας του και κατατρομοκρατούσαν τον κόσμο. Ασφάλεια
προσέφερε η Νεβολιάνη , όπως και προηγούμενα αναφέρθηκε, εξ αιτίας της γειτνίασης με τη Φλώρινα. Όμως και στα μέσα του 19' αιώνα έχουμε εισροή νέων κατοίκων, πεδινών κυρίως χωριών. Και αυτή η παράδοση έχει ιστορική βάση. «Οι
τελευταίοι μήνες της διοίκησης τον Ομέρ πασά στο πασαλίκι του Μοναστηρίου συνέπεσαν με τη διόγκωση τον ληστρικού φαινομένου στη Φλώρινα (Ιούλιος 1856).
Ακόμη και σήμερα οι γεροντότεροι θυμούνται αφηγήσεις γιαγιάδων και παππούδων για μια μεγάλη επιδημία χολέρας. Η παράδοση λέει πως οι γονείς δεν άφηναν τα παιδιά να κυκλοφορούν έξω και πως τα έκρυβαν σε μια χαράδρα όπου σήμερα είναι κτισμένη η οικία τον Τζίκου Θανάση. Η αλήθεια αυτής της παράδοσης πιστοποιείται και από τον Κ. Βακαλόπονλο.
Αναφέρει ότι: «στα 1865 υπήρχε επιδημία χολέρας στη Φλώρινα. Ο πρόξενος Αντύπας τον Μοναστηρίου επισκέφτηκε τη Φλώρινα διέγνωσε ότι η επιδημία είχε σποραδικό και ασθενή χαρακτήρα. Το τελευταίο δεκαήμερο από τους 7000 κατ. είχαν χάσει τη ζωή τους 19 άτομα. Η ασθένεια μεταφέρθηκε από τρεις κατοίκους της Φλώρινας που ήρθαν από την Κων/πολη μέσω Θεσ/νίκης (ήταν σε καραντίνα). Κρούσματα εμφανίστηκαν και στα χωριά Νεβολιάνη και Μπάνιτσα».
Από τις σχετικές μαρτυρίες των πηγών φαίνεται ότι η Μακεδονία, ιδιαίτερα η δυτική, παρέμεινε σε αναβρασμό σε όλη τη δεκαετία τον 1880, διατηρώντας σταθερή επικοινωνία με τους επαναστατικούς κύκλους τον ελληνικού κέντρου. Όμως οι εκκαθαρίσεις του τουρκικού στρατού, η οικονομική κρίση των αρχών της δεκαετίας τον 1890 στο Ελληνικό Βασίλειο και η ισχυροποίηση της βουλγαρικής Ηγεμονίας μετέφεραν σταδιακά το επαναστατικό κέντρο από την ΑΘήνα στη Σόφια, Ετσι το βουλγαρικό όραμα, το οποίο εκφράζεται από τα κομιτάτα, της επέκτασης προς το νότο βρήκε τις κατάλληλες συνθήκες και δημιούργησε τις σοβαρές εκείνες δυνατότητες άσκησης πίεσης όχι μόνο στους κατοίκουςτης Μακεδονίας, αλλά ακόμα και στην ίδια την κυβέρνηση της Βουλγαρίας. Στη Σκοπιά, στη εικοσαετία 1880-1900, η βουλγαρική προπαγάνδα δε φαίνεται να έχει απήχηση μεταξύ των κατοίκων. Το αποδεικνύουν το παλιό ελληνικό σχολείο πού λειτουργεί. Το σχολείο κτίστηκε με
προσφορά τόσο του οικοπέδου, όσο και της προσωπικής εργασίας των κατοίκων του χωριού.
Το ότι οι κάτοικοι της Σκοπιάς δεν υποκύπτουν στα υποκριτικά σχέδιατων Βουλγάρων αποδεικνύεται περίτρανα από τα παρακάτω στοιχεία:
Η Νεβολιάνη, αυτήν την περίοδο, έχει πληθώρα δασκάλων Ελλήνων.
Αναφέρονται οι: Κουσμάνης Αναστάσιος, Γροσδάνης Γεώργιος, Αβραάμ Ηλίας. H τεκμηρίωση των παραπάνω είναι το παρακάτω κείμενο: «Τούτω τω μινέω είναι εις τον Άγιο Γεόργιον της εκλησίαν από Καμπάσνητσα οποίος να την αποξενόση να έχη κατάρα τον από τους 318 οσίους πατέρων έτος 1882 Φεβρουάριος 16 εγώ ω διδάσκαλος στεφωλάζω εις Καμπάσνιτσα από χωρίον Νεβολιάνη». Είχε λοιπόν τη δυνατότητα η Σκοπιά να «εξάγη» δασκάλους. Αυτό σημαίνει ότι στο χωριό υπήρχαν αρκετοί.
H πληρωμή των δασκάλων, σύμφωνα με τις παραδόσεις, γινόταν είτε από τους κατοίκους, είτε από τα κτήματα πού είχε στην κατοχή του το σχολείο.
 Το 1885 ο Ποιπαναστάσης σημειώνει τα ονόματα αυτών πού συνεισφέρανε για την κατασκευή τον δεσποτικού της Αγίας
Παρασκευής. Αυτό αποδεικνύει ότι οι κάτοικοι παραμένουν στην πατριαρχική εκκλησία.
Στις 5 Ιουλίου 1894 ο Παπαναστάσης σημειώνει στο μηνιαίο Ιουλίου: «έτος 1894: Ιούλίου 5: σιμηώνομεν [αν]τους τους οσίους πολυέλεα από την Κων/πολύ και έκαστος προς  αφιέρωσιν».
Κάπου γύρω στο 1900 ιδρύεται και στη Σκοπιά εξαρχική εκκλησία στο χώρο όπου είναι σήμερα η καινούργια εκκλησία. Ακριβώς απέναντι της το βουλγάρικο σχολείο, όπου σήμερα το κτίριο τον κατηχητικού σχολείου.
Η δράση των ένοπλων ομάδων (κομιτατζήδων)πυκνώνει μετά την ελληνική ήττα του 1897. Εμφανίζονται ως προστάτες όλων των Χριστιανών και αρχικά πείθουν αρκετούς ομόθρησκους αλλοεθνείς. H Ελλάδα, όπου οι μνήμες από την ταπείνωση τον 1897 είναι ακόμη νωπές, αποφεύγει να εμπλακεί, παρά τα ανησυχητικά μηνύματα. Με την έναρξη, ωστόσο, του 20ον αιώνα, η ελληνική πολιτεία αντιλαμβάνεται τι διακυβεύεται για την Ελλάδα στη Μακεδονία και αποφασίζει να εντάξει το μακεδονικό στις προτεραιότητες της.
H Σκοπιά με μπροστάρη τον Παπαναστάση αντιστέκεται. Κάποιοι ξεγελάστηκαν και προσχώρησαν στην εξαρχική εκκλησία, τον κύριο εκφραστή της βουλγαρικής προπαγάνδας. Οι συγκρούσεις αυτήν την εποχή δεν είναι τόσο έντονες. O Παπαναστάσης προβλέπει την καταιγίδα που πλησιάζει. Προσπαθεί να συμφιλιώσει τους κατοίκους. Έτσι μέχρι το 1903 η αντιπαράθεση εξαρχικών και πατριαρχικών περιορίζεται σε ενέργειες σαμποτάζ εκατέρωθεν. Όταν γίνεται μια λειτουργία σε μια εκκλησία οι «αντίπαλοι» καίνε καυτερές (τσούσκες) πιπεριές (λειτουργούν όπως τα σημερινά δακρυγόνα) στη σχισμή τον ιερού για να αναγκάσουν τους πιστούς να βουν έξω. Από το 1903 η κατάσταση αλλάζει δραματικά. Το 1902 με το νέο καταστατικό της, ο καθαρά βουλγαρικός χαρακτήρας της Ε.Μ.Ε.Ο αμβλύνθηκε και «απευθυνόταν πλέον σ' όλους τους καταπιεσμένους κατοίκους της Μακεδονίας κατ της Θράκης, των οποίων την απελευθέρωση και την ανεξαρτησία ευαγγελίζονταν. Αν και οι αρχειακές πηγές πιστοποιούν το μικρό βαθμό διείσδυσης και αποδοχής της ιδεολογίας της Ε.Μ.Ε.Ο στους αγρότες της Μακεδονίας, ωστόσο είναι βάσιμο να υποστηριχθεί ότι, ασχέτως των εθνικών τους προτιμήσεων, οι τελευταίοι γενικά δεν έμειναν αδιάφοροι στην ιδέα της απελευθέρωσης από τους Τούρκους».
Μέσα σ' αυτό το κλίμα εκδηλώθηκε η εξέγερση τον 1903, γνωστότερη ως εξέγερση τον Ίλιντεν, η τελευταία εξέγερση της
τουρκοκρατούμενης Μακεδονίας. H εξέγερση αυτή δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια πολιτική επιλογή των βουλγαρομακεδονικών κομιτάτων, και μάλιστα όχι ομόφωνη. O Μακεδονικός Αγώνας απέτρεψε στο να εκμεταλλευτεί πολιτικά η Βουλγαρία την απήχηση (μέσω της προπαγάνδας) που είχε η εξέγερση στην εχθρικά. διακείμενη προς την
Ελλάδα, Ευρώπη. Κάποιοι κάτοικοι του χωριού ανέβηκαν στα βουνά για να συμμετάσχουν στην «επανάσταση». Οι εξεγερμένοι από τη Σκοπιά συμμετέχουν στη μάχη που έγινε στην τοποθεσία «Έζερετς» ανάμεσα στα χωριά Άρμενσκο, Ζέλοβο, Τίρσιε και Πιτσοδέρι» μεταξύ Τούρκων και εξεγερμένων. Αυτά έγραψε ο Αμερικανός πρόξενος Π. Χατζηλαζάρου σε επιστολή του προς το Γενικό
Προξενείο και την Πρεσβεία Κων/πόλεως. Για την ίδια μάχη ο Μ. Gauthier γράφει προς τον J. Constans: «Στις
17 τον μήνα χίλιοι στασιαστές οχυρωμένοι στους λόφους ανάμεσα, στο Πισοδέρι, την Τύρσια κατ το Άρμενσκο στον κάζα Φλώρινας » Πρόκειται για την ίδια τοποθεσία (Έζερτσε) η οποία βρίσκεται δυτικά του χωριού και λίγο ψηλότερα από τις πηγές του πόσιμου νερού της Σκοπιάς. Είναι η ίδια τοποθεσία στην οποία με επιστολή του ο Π. Μελάς την 1 η
Οκτωβρίου ζήτησε να συναντήσει τον Ε. Καούδη. Στις διηγήσεις η τοποθεσία της μάχης τοποθετούνταν νότια του
υψώματος «Λούτζερ». Μετά την καταστροφή τον Κρουσόβου επανήλθαν. Αρκετοί ένιωθαν προδομένοι από τη βουλγαρική στάση και επανήλθαν στην Πατριαρχική εκκλησία.
Βρισκόμαστε στην καρδιά τον Μακεδονικού Αγώνα. Οι κομιτατζήδες φανερώνουν το πραγματικό τους πρόσωπο, Ένα πρόσωπο εντελώς διαφορετικό. H βαναυσότητα, η τυφλή και παράλογη βία είναι τα κύρια χαρακτηριστικά τον πραγματικού προσώπου τους. Το φρόνημα των κατοίκων όμως του χωριού δεν κάμφθηκε. Περίτρανη απόδειξη η φωτογραφία του 1903 στη γιορτή των Τριών Ιεραρχών.
 Είναι μια φωτογραφία ντοκουμέντο της θέλησης των κατοίκων να παραμείνουν στην Ελληνική συνείδηση που ανέκαθεν είχαν. Ο αριθμός και μόνο των παιδιών δείχνει την απήχηση των ιερέων στον κόσμο.
Όμως τώρα υπάρχουν και τα αντάρτικα τμήματα που δίνουν κουράγιο στους κατοίκους της πολύπαθης Μακεδονίας.
O Παπαναστάσης, συνεπικουρούμενος από το νεότερο Παπα-Κώστα Σταμπουλή, συνεχίζει το εθνικό έργο του. H δράση αυτή των δύο ιερέων προκαλεί τη μήνη των κομιτατζήδων. Βλέπουν ότι χάνουν το παιχνίδι. Η απάντηση τους άγρια και ιερόσυλη. Δολοφονούν στην είσοδο της Αγίας Παρασκευής τον παπα-Κώστα. Το πισώπλατα χτύπημα χτυπάει καίρια τον ιερέα με αποτέλεσα να αφήσει την τελευταία του πνοή πάνω στην πέτρα της εισόδου τη εκκλησιάς (1905).
O Ε. Καούδης θέλησε να  πάρει εκδίκηση. Στις  αρχές Νοεμβρίου του 1905, γινόταν γάμος στη Σκοπιά. Ογδόντα αντάρτες με επικεφαλής τον Καούδη πλησίασαν από το ποτάμι και πήγαν προς το γάμο ζητώντας κάποιον. Ξαφνικά από μέσα από το σπίτι αρχίζουν να πυροβολούν. H σύρραξη δεν άργησε να γενικευτεί. Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με αυτά που έλεγαν οι γέροι ήταν, να σκοτωθούν πέντε άτομα. Κατά τον Κ. Βακαλόπουλο σκοτώθηκαν δεκατρία και τέλος σύμφωνα με το περιοδικό «Αριστοτέλης» 17 άτομα και από τις δυο πλευρές.
O Παπαναστάσης συνεχίζει τον αγώνα παρά τη μεγάλη ηλικία του. Οι κομιτατζήδες αποφασίζουν να τον βγάλουν από τη μέση. 'Ένας κομιτατζής τον πυροβολεί, δόλια, μέσα στο σπίτι του και τον σκοτώνει(1906). H εκκλησία ορφάνεψε και για τα επόμενα δυο χρόνια δεν είχε ιερέα ως τη στιγμή που ιερέας έγινε ο δάσκαλος Γροσδάνης.
Οι κομιτατζήδες προσπαθούν να εξαλείψουν κάθε τι το Ελληνικό. Το 1907 λοιπόν απαγχονίζουν το δάσκαλο Κουσμάνη Αναστάσιο. Με την επανάσταση των Νεότουρκων τελειώνει και ο Μακεδονικός αγώνας. Όχι όμως και τα προβλήματα στη Σκοπιά. Οι κοινότητες παραμένουν τρεις. Αυτή η πολιτικά περίπλοκη κατάσταση οδηγεί αρκετούς στο δρόμο της ξενιτιάς. Οριστικά το πρόβλημα των κοινοτήτων λύθηκε με την απελευθέρωση. Μέχρι το 1900 η μετανάστευση ήταν εσωτερική, εντός δηλαδή των ορίων της Οθωμανικής επικράτειας. Οι συνηθέστεροι τόποι ήταν η Κων/πολη και η Σμύρνη. H μετανάστευση αυτή και ο τρόπος που γινόταν θυμίζει πιο πολύ προσωρινή αλλαγή κατοικίας παρά μετανάστευση. Οι συνεχείς συγκρούσεις την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα και η επερχόμενη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οδήγησαν σε ένα νέο είδος μετανάστευσης. Την υπερπόντια και σχεδόν παντοτινή. Η αναζήτηση καλύτερης ζωής βρίσκεται πλέον στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Έτσι, γύρω στα 1910, αρχίζουν να αναχωρούν οι πρώτοι μετανάστες, και μάλιστα μέσω Αγγλίας και Ιταλίας όπως μαρτυρεί και  έγγραφο της ασφαλιστικής εταιρείας LLOYD του Λονδίνου. Το 1912 είναι το έτος της απελευθέρωσης της Μακεδονίας.

Ο Ελληνικός Στρατός προελαύνει προς τη Φλώρινα.

Ένα τάγμα της Ε' Μεραρχίας του Ελληνικού Στρατού φθάνει στα ΝΑ σύνορα του χωριού. O τότε Μητροπολίτης Πολύκαρπος γράφει σε επιστολή του: « είχον προελάσει μέχρι το χωριό Φλάμπουρο και το χωριό Κάτω Υδρούσα τμήματα τάγματος της Ε' Μεραρχίας, προσέφεραν γενναίον φιλοδώρημα εις Νεβολιανίτην, ο οποίος μοι έφερεν την χαρμόσυνον είδησιν της προελάσεως ανιχνευτών του Ελληνικού Στρατού εις την Νεβολιάνην και εκάλεσα τους διδασκάλους και διδασκάλισσας των σχολείων της Φλωρίνης να συστήσω να ετοιμάσουν μυστικά και αθορύβως Ελληνικός σημαίας προς υποδοχήν τον Ελληνικού στρατού. Αλλά μεθ' όλην την σύστασην μου και προς τον αγγελιοφόρον Νεβολιανίτην και προς
τους διδασκάλους να μην είπουν εις κανέναν τίποτε, αυτοί από τον των τα εκοινολόγησαν και περιήλθαν εις γνώση των Τούρκων» O ενθουσιασμός αυτός παραλίγο να αποβεί μοιραίος για τους Νεβολιανίτες. Τουρκικό απόσπασμα, την άλλη μέρα, ήρθε στο χωριό με σκοπό να το κάψει. Το πιθανότερο είναι να πληροφορήθηκαν οι Τούρκοι ότι το μήνυμα της νίκης έφερε Νεβολιανίτης. Κατά μια άλλη εκδοχή οι Τούρκοι έψαχναν να βρουν ποιοι ακολούθησαν τον Ελληνικό στρατό. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή πρόεδρος ήταν ο Δ. Ζώλης, ο οποίος δήλωσε στον επικεφαλής του αποσπάσματος ότι δεν απουσιάζει κανείς και γι' αυτό βάζει το κεφάλι του στον τορβά. O Τούρκος πείστηκε και αποχώρησε. H συγκέντρωση έγινε στη «Βερίστια» στο ανατολικό άκρο του χωριού.
H πρώτη εκδοχή πρέπει να είναι και η σωστή. Σύμφωνα με την παράδοση ο τότε πρόεδρος Φ. Τυπούλης (το ότι ο Φ. Τυπούλης ήταν πρόεδρος τεκμηριώνεται από επίσημο έγγραφο του 1915 , άνοιξε την ταμπακέρα του και πρόσφερε τσιγάρο στον επικεφαλής τον αποσπάσματος. H ταμπακέρα όμως περιείχε χρυσές λίρες τις οποίες πήρε ο Τούρκος και απεχώρησε. Κοινός παρανομαστής και στις δυο εκδοχές είναι η υποστήριξη που προσέφεραν οι Τούρκοι κάτοικοι στους ντόπιους με αντάλλαγμα την προστασία κατά την είσοδο του Ελληνικού στρατού στο χωριό.

Το χωριό Σκοπιά Φλώρινας

H Σκόπια βρίσκεται στους πρόποδες της οροσειράς του Βαρνούντος και απέχει από τη Φλώρινα περίπου δύο χιλιόμετρα.

Ονομαζόταν Άνω Νεβολιάνη, από δε τους ντόπιους κατοίκους Νεόλιανη και από τους Τούρκους Νεολάν επί Τουρκοκρατίας. Από πού προήλθε το όνομα Νεβολιάνη δεν είναι γνωστό, H παράδοση αναφέρει ότι το χωριό ήταν κτισμένο ανατολικότερα, στη Θέση με την ονομασία «Σιούντουρ». Κάποια στιγμή μετακινήθηκε προς το εσωτερικό της κοιλάδας στη θέση που βρίσκεται σήμερα. Τελευταία μετακίνηση έγινε από τη θέση «Τσετιροκ». O κύριος λόγος αυτής της μετακίνησης ήταν η ασφάλεια και η προστασία από το βοριά. Οι οικισμοί ήταν επομένως τρεις. Ένας στη σημερινή Θέση, ο δεύτερος στη Θέση «Σιούντουρ» και ο τρίτος στη θέση «Τσέτιροκ». Φαίνεται όμως πως και οι τρεις αυτοί οικισμοί αποτελούσαν μια κοινότητα.
Το 1928 ονόαστηκε αρχικά «Καλλιθέα» και Σκοπιά ονομάστηκε το χωρίο Τούδαρη το οποίο βρίσκεται στην Πρέσπα. Για κάποιο λόγο αντάλλαξαν τα ονόματα των δύο αυτών χωριών. Πολλοί πιστεύουν πως έπρεπε να διατηρήσει το αρχικό της όνομα γιατί πράγματι έχει γραφική θέα. Αυτό γίνεται αντιληπτό όταν την βλέπει κανείς από μακριά ή από τον κάμπο ή από τα  υψώματα. Κι όμως ...της ταιριάζει και το όνομα «Σκοπιά» γιατί πράγματι μοιάζει με «Σκοπιά». Πρώτα - πρώτα η τοποθεσία της που είναι αρκετά μέτρα ψιλότερη από την κάμπο, έπειτα οι λόφοι της και το βουνό της που την περικλείουν σαν φράχτες τις δίνουν την όψη «Σκοπιάς». Πότε χτίστηκε το αρχικό χωριό και κατοικήθηκε είναι και αυτό
άγνωστο. Από τις διασωθείσες παραδόσεις είναι βέβαιο ότι το χωριό προϋπήρχε πριν από το 1800, πολύ πιθανό και πριν το 1750, αυτό μας το μαρτυρεί και η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής η οποία χτίσθηκε το 1892 και σώζεται μέχρι σήμερα. Κατά την παράδοση λοιπόν το χωριό αποτελείται από τρεις συνοικισμούς, χωριστούς μεν, αλλά είχαν την ίδια ονομασία.
Επί Αλή Πασά των Ιωαννίνων κινδύνευσε να «τσιφλικοποιηθεί». Οι κάτοικοι  έστειλαν το συγχωριανό τους τον Τοπάλ Νικόλα στον Αλή. Αυτός πήγε να ζητήσει την άδεια να μεταφερθεί το χωριό ενδότερα και το πετυχαίνει. O κυριότερος λόγος που προβάλει είναι η ασφάλεια των κατοίκων. Από εκεί περνούσε ο δρόμος για το Μοναστήρι, την Καστοριά και τα Γιάννενα και κάθε τόσο περαστικοί επιδρομείς λήστευαν και λεηλατούσαν τους κατοίκους. H μετακίνηση των κατοίκων και η δημιουργία της άνω Νεβόλιανης όπως τότε λεγόταν, έχει θετικά αποτελέσματα όσον αφορά την ασφάλεια και την οικονομία, Ενώ τα γύρω χωριά, Τροπαιούχος, Πέρασμα, Υδρούσα κ.α. γίνονται τσιφλίκι,  η Νεβόλιανη όχι, παρέμεινε κεφαλοχώρι. Οι κάτοικοι πριν αρχίσει την προπαγάνδα και την δράση του το Βουλγαρικό κομιτάτο, ήταν όλοι πατριαρχικοί, με τα Ελληνικά σχολεία και  δασκάλους, που ήταν συγχωριανοί. Από το έτος 1880-85 η δράση της Βουλγαρικής προπαγάνδας μεγάλωσε και κατόρθωσε  να πείσει λίγους να αναγνωρίσουν την βουλγαρική εξαρχία αντί του Πατριαρχείου. Έτσι παρουσιάστηκαν οι πρώτοι εξαρχικοί. Αλλά από το 1900-04 το κακό μεγάλωσε. H ένταση της βουλγαρικής προπαγάνδας μαζί με την τρομοκρατία των Κομιτατζήδων έφτασε στο κατακόρυφο. Στη συνέχεια σχηματίστηκαν οι πρώτες βουλγαρίζουσες κοινότητες με ιδιαίτερο πρόεδρο, όχι μόνο στην Σκοπιά αλλά και σε πολλά χωριά της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας. Για την κάθαρση και εξυγίανση από τους βουλγάρους χρειάστηκε τετραετής ένοπλος αγώνας που κόστιζε αρκετό Ελληνικό αίμα. Ιερείς, δάσκαλοι και Έλληνες πρόκριτοι, που ήταν τα μεγαλύτερα εμπόδια στα σχέδια του βουλγαρικού κομιτάτου, δολοφονήθηκαν. Αλλά και ένοπλοι αγωνιστές πότισαν με το αίμα τους το άγιο χώμα της μαρτυρικής Μακεδονίας. Τέτοια θύματα έχει και η Σκοπιά. Τους ιερείς Παπαναστάση και Σταμπουλή και τον δάσκαλο Κουσμάνη.

Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

O Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος "Αμύντας Σκοπιάς Φλώρινας"

To 1928, στο χωρίο της Σκοπιάς, δημιουργείται ο «Φιλεκπαιδευτικός» Σύλλογος. Στην μακρόχρονη πορεία του, άλλαξε 4 φορές την ονομασία του, ώσπου το 2000 ονομάστηκε «ΑΜΥΝΤΑΣ» και συνεχίζει την δράση του μέχρι σήμερα με αυτήν την ονομασία.
Οι στόχοι του Συλλόγου ποικίλουν, Βασικότεροι όμως είναι η ψυχαγωγία όλων των μελών του, η καταγραφή και η διάσωση των ζωντανών στοιχείων της εθνικής και λαϊκής μας παράδοσης, η ανύψωση του πολιτιστικού επίπεδου των συγχωριανών μας και ο εξωραϊσμός του χωριού. Η επιμόρφωση και εκπαίδευση των κατοίκων όσον αφορά την παράδοση και η ανάγκη να τους εμφυσήσουμε την αγάπη για τον τόπο μας, είναι επίσης από τις βασικότερες επιδιώξεις. Τέλος, θέλαμε και ακόμη θέλουμε, να ευαισθητοποιήσουμε τους συγχωριανούς και ιδιαίτερα τους νέους ανθρώπους, όσον αφορά την προστασία του περιβάλλοντος με διάφορες εκδηλώσεις και ενέργειες.



Στην διάρκεια των χρόνων καταφέραμε να ευαισθητοποιήσουμε τους συγχωριανούς και ιδίως την νεολαία και δημιουργήσαμε ένα χορευτικό τμήμα που συμμετέχει σε διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις, παρουσιάζοντας τοπικούς χορούς. Το συγκρότημα μας, φοράει την ομορφότερη παραδοσιακή στολή, η οποία διακρίθηκε παλαιότερα σε διαγωνισμό, με βραβείο την αποτύπωση της το 1939 σε χαρτονόμισμα των 1000 δραχμών.



Δυστυχώς, μέχρι σήμερα, δεν καταφέραμε να αποκτήσουμε την δική μας στέγη, παρά τις έντονες προσπάθειες που κάναμε να μας παραχωρηθεί το παλιό κτίριο του Δημοτικού Σχολείου της Σκοπιάς. Παρόλα αυτά, σκεφτόμαστε με αισιοδοξία το μέλλον και ελπίζουμε πως θα καταφέρουμε όλους τους στόχους μας και πάνω από όλα να διατηρήσουμε την πλούσια παράδοση μας.


Σήμερα, ο Σύλλογος στεγάζεται στο κτίριο της κοινότητας, που παραχωρήθηκε από τον Δήμο Φλώρινας.

Η Τοπική φορεσιά της Σκοπιάς Φλώρινας

Η έμφυτη τάση της Σκοπιώτισσας για τη διακόσμηση της μαζί με την αισθητική και καλλιτεχνική της αντίληψη το ωραίο, φαίνεται στη διακόσμηση της τοπικής φορεσιάς. Το πώς διαμορφώθηκε αυτή η φορεσιά είναι άγνωστο, γιατί χάνεται στα βάθη του χρόνου. Πιθανόν τα στοιχεία εκείνα που Θα πρέπει να έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωσή της να ήσαν:1)η ιστορία 2) ο τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας 3)η πίστη στη παράδοση 4)τα υλικά που διέθεταν και η επεξεργασία τους και 5)η λειτουργικότητά της (χειμερινή, Θερινή, επίσημη, καθημερινή κτλ).
Η γυναικεία φορεσιά πραγματικά είναι μοναδική σε ομορφιά. Έχει πάρει το 1ο βραβείο ομορφότερης τοπικής φορεσιάς και δυο όμορφες κοπελιές του χωριού μας, η Μελπομένη Ζώλη και η Πασχαλινή Ζώλη, κόσμησαν με την ομορφιά, τη στολή και τις κορμοστασιές τους το χαρτονόμισμα των 100 και 1000 δρχ. της τράπεζας της Ελλάδος, το έτος 1939.
Τη φορεσιά της Σκοπιάς αποτελούν το: πουκάμισο(κουσούλα),που μπαίνει κατάσαρκα, και έχει χρώμα άσπρο. Η τραχηλιά(γκουσνίτσε),που μπαίνει κάτω από το πουκάμισο, καλύπτει το στήθος και έχει χρώμα μαύρο, κόκκινο ή μπλε και βελούδινο. Το αντερί, που είναι βαμβακερό με σκούρο βυσσινί χρώμα ή μαύρο με κίτρινες ρίγες, ακόμη και πράσινο με κίτρινες ρίγες λεπτές φαρδιές

Αντί για αντερί το χειμώνα φορούσαν το κιουρντί που ήταν χοντρό μάλλινο και είχε μαύρο χρώμα. Πάνω από το αντερί φορούσαν το μιντάνι (πόλκα) πού είναι σκούρο με ρίγες μέχρι τη μέση και μεμανίκια. Κάτω από το αντερί φορούσαν το σαγγί, η λέξη είναι βυζαντινή αφού το σαγή ήταν φορεμα των Βυζαντινών.Τέλος από πάνω φορούσαν μαύρο χειμωνιάτικο επενδυτή(κουσάλε) που έφτανε λίγο πιο πάνω από το αντερί. Είχε γούνα γαρνιρισμένη στα πέτα, επίσης μαύρου χρώματος. Η ποδιά (πρέγατς) είναι κόκκινη με μαύρες ρίγες, με κεντημένη άσπρη κορδέλα σαν τρίγωνα στις κάτω άκρες και στη μέση επίσης άσπρη οριζόντια κορδέλα ανάμεσα στα δύο τρίγωνα. Η ζώνη (πογιάσι) είναι μπλε ή βυσσινιά. Στο Κεφάλι Φοράνε σάρπα και από πάνω πιασμένο άσπρο μαντήλι ή και κίτρινο. Δεξιά και πάνω στο μαντήλι πάντα ένα λουλούδι. Τα κοσμήματα είναι κολιέ με χάντρες, γιορντάνια, σκουλαρίκια και πάντα μια αγκράφα καρφιτσωμένη στη μέση του στήθους απ’ όπου ξεκινάν αλυσίδες και από τις δύο μεριές, που έχουν περασμένα νομίσματα και οι άκρες τους καρφιτσώνονταν η κάθε μια και σ’ ένα ώμο (κόπετσς). Στη ζώνη ένα πολύχρωμο μαντηλάκι (είναι για τις ανάγκες του χορού) και οι κάλτσες (τσοράπια) χοντρές μάλλινες σε μαύρο ή μπλε σκούρο χρώμα. Τα παπούτσια παλιά ήταν από δέρμα γουρουνιού (πίντσι ή γουρουνοτσάρουχα). Αυτή είναι η φημισμένη μας στολή. Η αντρική είναι πιο απλή. Το πουκάμισο έβγαινε κάτω από κιουρντί που ήταν από μαύρο χοντρό μάλλινο ύφασμα, το σαγιάκι. Τα μπαινοβράκια (μπινεβρέντζι) μαύρα και τα γιορτινά άσπρα από σαγιάκι και αυτά, τα φορούσαν στα πόδια μέχρι το βρακί περίπου. Από πάνω το μαύρο μάλλινο και χοντρό πανωφόρι που το λέγανε σαγιάκι για να μην κρυώνουν. Τα παπούτσια γουρουνοτσάρουχα. Κάποιες πληροφορίες λένε ότι οι άντρες φορούσαν στο κεφάλι κάτι σαν φέσι που είχε μαύρο χρώμα . Οι άντρες φορούσαν και φουστανέλες.



Από την εργασία του Λεωνίδα Ζώλη με τίτλο: "Σκοπιά, Ιστορία και παράδοση"