Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010

Οι Νερόμυλοι

Η Σκοπιά είχε μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 50, που σταμάτησε και ο τελευταίος νερόμυλος να λειτουργεί για το ευρύ κοινό, συνολικά δεκαέξι νερόμυλους. Ήταν το χωριό με τους περισσότερους μύλους στην ευρύτερη περιοχή της Φλώρινας και οι κάτοικοι των γύρο χωριών, αλλά και της ίδιας της πόλης εξυπηρετούνταν από τους μύλους της Σκοπιάς.
Όλοι οι μύλοι ήταν περτόχτιστοι και είχαν συνήθως Oρθογωνιο σχήμα. Εκτός από το κυρίως χώρο αλέσεως ήταν ένα ήταν και να μικρό δωμάτιο και ο αποθηκευτικός, χώρος με το σταύλο. Το δωμάτιο είχε ένα κρεβάτι για να ξεκουράζεται ο μυλωνάς ενώ για να κάθονται οι πελάτες του βρίσκονταν πέντε έξι πρόχειρα καθίσματα, συνήθως από κορμούς δέντρων. Εκεί λέγανε τις ιστορίες και τα βάσανά τους τις νύχτες κάτω από το ταπεινό φως του καντηλιού, καθώς περίμεναν τη μυλόπετρα να αλέσει τον ευλογημένο καρπό, για να ζήσει μ' αυτόν όλη η οικογένεια. Ο μυλωνάς έπαιρνε την αμοιβή του με δικαίωμα που αντιστοιχούσε με ποσότητα 4 οκάδων σε αλεσμένο καρπό 100 συνολικών οκάδων.
Υποχρέωσή του  ήταν και η μεταφορά του φορτώματος από και προς το σπίτι.  Οι μύλοι δούλευαν σχεδόν όλο το χρόνο και η ουρά που σχημάτιζαν οι αναμένοντες τη σειρά τους έφτανε μέχρι την πλατεία του χωριού. Χρειάζονταν υπομονή ώσπου να 'ρθει η σειρά και φυσικά οι άνθρωποι τότε διέθεταν περισσότερη από μας σήμερα. Το νερό που κατέβαινε από το ποτάμι του χωριού το οδηγούσαν με αυλάκι πίσω από το μύλο και σε ψηλότερο σημείο. Από εκεί με σιδερένια σωλήνα διαμέτρου 60 εκ. συνέχιζε την καθοδική του πορεία και έπεφτε με δύναμη και ορμή πάνω σε λαμαρινένιο υδροστρόβιλο (φτερωτή) , η οποία γύριζε και μετέδιδε την κίνηση με τη σειρά του στη μυλόπετρα. Τέτοιους σιδερένιους σωλήνες είχαν προμηθευτεί όλοι οι μύλοι μετά το τέλος του 1ου παγκόσμιου πολέμου από ένα υδρολογικό έργο που είχαν κατασκευάσει οι Γάλλοι για να κόβουν ξύλα. Το στόμιο του σωλήνα στο τέλος στένευε και έφτανε τη διάμετρο των 5 ή 6 εκατ. ανάλογα με την ποσότητα του νερού. Με το υδροδυναμικό φαινόμενο που δημιουργείται οι ρευματικές δυνάμεις του νερού είναι πιο ισχυρές στο σημείο εκβολής και έτσι ακριβώς κάτω από την έξοδο του σωλήνα που βρίσκεται η φτερωτή, η δύναμη του νερού κινεί τις διαδοχικές λάμες της. Η διάφορά πιέσεως στις δυο άκρες του σωλήνα, η ποσότητά του νερού και η κλίση του σωλήνα που επηρεάζουν την πίεση έπρεπε να αντιστοιχούν και στην ανάλογη φτερωτή και το βάρος της μυλόπετρας. Ένας μέτριας
δυναμικότητας μύλος είχε μυλόπετρα βάρους 500 κιλών. Στις επιφάνειες τριβής οι μυλωνάδες έβαζαν σμυρίδι για καλύτερα αποτελέσματα και οι δυο μυλόπετρες είχαν αυλακώσεις μεταξύ τους. Εκεί μέσα έπεφτε το στάρι και τριβόταν στις άκρες των αυλακώσεων. Τα διάκενα των αυλακώσεων αυξάνονταν και μειώνονταν ανάλογα με το τρίψιμο του καρπού που ήθελε να κάνει ο πελάτης. 'Έτσι αν ήθελε ψιλοτριμμένο αλεύρι (φαρίνα) οι πέτρες είχαν τη μικρότερη απόσταση μεταξύ τους, αντίθετα για χοντροκομμένο, πίτυρα, κ.λπ. με τη βοήθεια ενός ρεγουλατόρου σήκωνε τη μια πέτρα παραπάνω. Η μυλόπετρα σταματούσε να γυρίζει, όταν ο μυλωνάς μετατόπιζε τη διεύθυνση του νερού, παρεμβάλλοντας ένα σιδερένιο έλασμα, που είχε σχήμα γάμα (φρένο) ανάμεσα σε σωλήνα και φτερωτή. Κάτω από τις μυλόπετρες έπεφτε το αλεύρι και με ένα ξύλινο φτυαράκι ο μυλωνάς το μάζευε για να γεμίσει το τσουβάλι. Οι κυριότερες ποικιλίες σταριού ήταν η " μοντάνα" και η "βελίτσα". Τότε ο κόσμος έτρωγε γνήσιο και ανόθευτο ψωμί και όταν ο φούρνος έψηνε, μοσχομύριζε όλη η γειτονιά και τρέχαν τα σάλια σου. Σήμερα τα δήθεν βελτιωτικά και το μπαστάρδεμα των σπόρων έχουν κάνει το ψωμί να μην τρώγεται. Χώρια, τα φυτοφάρμακα και τα κάθε είδους λιπάσματα που είναι επικίνδυνα για την υγεία μας.
Οι μύλοι κλείσανε τη δεκαετία του 50, όταν άνοιξαν πιο σύγχρονο όπως του Παπακυρίδη στο Αρμενοχώρι και του Ιωάννου στην Πρώτη και κρίθηκε ασύμφορη η λειτουργία τους από τους ιδιοκτήτες τους. Σήμερα παραδοσιακοί μύλοι λειτουργούν μόνο για τις προσωπικές ανάγκες των ιδιοκτητών τους, όσοι φυσικά δεν είναι συντρίμμια. Οι μύλοι του χωριού τελευταία ήσαν: Ντερμεντζή, Λαζαρίδη , Φιλιππίδη 3, Μαλίνα 2, Σκένδου 3, Ντίνη 3, Μισκέτη 2 και Κάιτση.

Από την εργασία του Λεωνίδα Ζώλη με τίτλο: "Σκοπιά, ιστορία και παράδοση"